Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

Μιά συγκινητική συνάντηση Λουκαϊτών για πρώτη φορά.







          Μετά την Θεία Λειτουργία και την Λιτανεία των ιερών Λειψάνων του Αγίου Πέτρου Αρχιεπισκόπου Άργους του Θαυματουργού, την Τρίτη 3.5.2016, στο Άργος, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρών κ.κ. Χρυσόστομος, την ώρα που πήγαιναν απέναντι από τον Ναό για καφέ με τους άλλους Αρχιερείς, άκουσε μια φωνή να του λέγει: «Δέσποτα περίμενε να σε δω. Θέλω να σου φιλήσω το χέρι. Σε ψάχνω τόσα χρόνια»
          Ο Μητροπολίτης γύρισε και αντίκρισε μια κυρία μεγάλης ηλικίας , η οποία με δάκρυα στα μάτια έπεσε στην αγκαλιά του.
          «Ποια είσαι και γιατί κλαίς», ρώτησε ο Δεσπότης.
          «Είμαι από του Λουκά. Και όταν σε είδα έκανα τα πάντα για να σε δω από κοντά».
          «Ποια είσαι, δεν σε έχω ξανά δει», είπε ο Σεβασμιώτατος.
          Τότε η γερόντισσα με λυγμούς του είπε την ιστορία της.
          « Είμαι Λουκαΐτισσα. Γεννήθηκα στου Λουκά το 1934, με λένε Ευφροσύνη. Είμαι θυγατέρα του Δημητρίου Τσαπραλή. Στο χωριό τον πατέρα μου τον λέγανε Μελέγκο. Την μάνα μου την λέγανε Μαρία και ήταν κόρη του Δημήτρη Καρνέζη. Ο παππούς μου, πατέρας της μάνας μου ήταν τσοπάνης, στο Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου των Βαρσών. Η μάνα μου με γέννησε μόνη της μέσα σε ένα μικρό σπιτάκι του μπαρμπα Κώστα Τσαπραλή ( Σαλαβράκου) που ήταν συγγενής μας. Κάτω το σπιτάκι αυτό είχε χώμα, όπως έλεγε η μάνα μου. Με είχε τάξει και με βάφτισε στην Παναγία στα Τσιπιανά.
          Η φτώχια μας έκανε να φύγουμε από το χωριό, όταν ήμουν μικρό παιδάκι. Δεν ξαναγυρίσαμε. Παντρεύτηκα τον Δημήτρη Καρνέζη, από την Συλλίμνα στο Ναύπλιο και φύγαμε για Αμερική, όπου ζήσαμε 54 χρόνια, στο Μαϊάμι. Αποκτήσαμε δυό παιδιά, είναι πολύ μορφωμένα και αποκαταστημένα. Γίνανε σπουδαίοι άνθρωποι. Ο Αντώνης και ο Δημήτρης.
          Ο άνδρας μου ο Δημήτρης πέθανε στο Μαϊάμι και εγώ γύρισα στην Ελλάδα και  μένω στο Ναύπλιο.
          Θέλω πριν πεθάνω, Δέσποτα, να πάω στο χωριό…Εκεί που γεννήθηκα…»
          Και καθώς έβλεπε ότι ο Δεσπότης θα έφευγε μαζί με τους  άλλους Αρχιερείς, τον κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της, του φιλούσε το χέρι και τον παρακαλούσε να μείνη λίγο ακόμα…
          «Θα σε ξαναδώ σύντομα»., της είπε συγκινημένος ο Δεσπότης. « Θα πάμε μαζί στου Λουκά, στον τόπο που γεννήθηκες».
          Ασπάστηκαν ο ένας τον άλλο και η ταπεινή και γλυκειά κυρά Ευφροσύνη με ένα λαμπρό πρόσωπο που γινόταν τόσο όμορφο από τα δάκρυα της συγκίνησης.
          Είπε στον Σεβασμιώτατο : « Σε περιμένω. Μη ξεχάσεις,
ό, τι είπαμε…»
          Τι επιφυλάσσει, αλήθεια, η ζωή.
          Ο τόπος που μας γέννησε, ποτέ δεν λησμονιέται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου