Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

Ανακομιδή Λειψάνων του οσίου γέροντος π. Γερβασίου Παρασκευοπούλου (Βίντεο)


Πενήντα χρόνια μετά τήν κοίμησή του,  Πάτρα σπάσθηκε τά Λείψανα τογιασμένου «Παπούλη» της, το π. Γερβασίου (Παρασκευοπούλου), το διδασκάλου καί πνευματικο της δηγο. Το λαμπρο κληρικο μέ τό δαμάντινο θος, το ναρέτου,
το καμάτου καί συμβιβάστου εροκήρυκος, το παπ τς φτωχολογις, το προστάτου τν προσφύγων, το δρυτο τν Κατηχητικν Σχολείων στήν λλάδα.

            Πενήντα χρόνια μετά,  Μητροπολίτης Πατρν κ.κ. Χρυσόστομος ελόγησε μέ τήν τιμία κάρα το γίου Γέροντος τόν Λαό τς ποστολικς Μητροπόλεως τν Πατρν, παρουσί τν Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτν δρας, Σπετσν καί Αγίνης κ.κ. φραίμ, Κηθύρων κ.κ. Σεραφείμ, καί Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως κ.κ. ερεμίου, ο ποοι συμμετεχαν στίς συγκινητικές λατρευτικές κδηλώσεις.

            Πλθος Κληρικν καί Μοναχν καί πλήθη Λαο ραναν μέ δάκρυα καί μύρα καί ροδοπέταλα, τά Λείψανα το «Παπούλη» τς Πάτρας, καί πανέλαβαν ,τι σύμπας  Λαόςκραυγάσε κατά τήν ρα, τς ξοδίου κολουθίας του τήν 1η ουλίου 1964: «Εναιγιος!».

            Συγκλονιστικό τό κήρυγμα το Σεβ. Μητροπολίτου Πατρν Χρυσοστόμου, ποος σκιαγράφησε μέ λόγους μοναδικούς τήν προσωπικότητα το εραποστολικςργασθέντος καί σιακς τελειωθέντος π. Γερβασίου,  ποος φυγε μικρό παιδί, πάμπτωχο καί πονεμένο, πό τήν ρκαδία γιά νά δώσ τά πλούτη καί τά βάθη τοπνεύματος στόν Πατραϊκό Λαό καί νά φύγ πάλι πάμπτωχος γιά τήν οράνια πατρίδα.

            Τά Λείψανα το π. Γερβασίου τοποθετήθηκαν σέ εδική Λειψανοθήκη ντός τοερο Ναο τς γίας Παρασκευς τν Κατασκηνώσεων στά Συχαινά τν Πατρν, τόνποο Ναό κενος κτισε καί τίς ποες κατασκηνώσεις κενος δρυσε.  

            πισυνάπτεται τό κείμενο τς μιλίας το Σεβ. Μητροπολίτου Πατρν. 

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΜΙΔHΝ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ
ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ π. ΓΕΡΒΑΣΙΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ
(29/6/2014)
Το Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρν κ.κ. Χρυσοστόμου

          «Καί τήν ράβδον... λαβέ ν τ χειρί σου καί πορεύσ... καί πατάξεις τήν πέτραν, καίξελεύσεται ξ ατς δωρ, καί πίεται  λαός» (ξοδ. 17, 5-6). 
          Δοξολογίαν ναπέμπομε σήμερον πρός τόν Δομήτορα τς κκλησίας μας,  ποοςχάρισε στόν ρθόδοξο Λαό του, νδρα πλήρη πνεύματος καί χάριτος ορανίου, στις ν τας σχάταις μέραις λαμψεν ς στήρ καί λύχνος πί τήν λυχνίαν τς το Κυρίου φωτοφόρου Καθέδρας, τς μις δηλαδή, γίας, καθολικς καί ποστολικς τουκκλησίας.
          Γονυπετες προσκυνομε τόν Τάφο, τήν γία Κάρα καί τόν Σταυρό το μαρτυρίου το γίου ποστόλου νδρέου το Πρωτοκλήτου, το δρυτο τς τν Πατρέωνκκλησίας,  ποος κάλεσε νταθα ξ λλης Βησθαΐδά, τς γιοτόκου δηλονότι γς τςρκαδίας, τόν μιμητή τν ποστόλων, Γερβάσιον τόν οίδιμο το Κυρίου θεράποντα.
          Χρέος ερό καί καθκον γιο κπληρομε σήμερον πρός τόν στοργικό πατέρα καί διδασκάλο, τόν πί δεκαετίας πνευματικς γεωργήσαντα καί εραποστολικς κλεΐσαντα καί πνευματικς τόν ερόν μπελνα το Κυρίου ν Πάτραις, πέρ το ποίου πολλάμόγησεν.
          Τιμή ποδίδομε πρός τόν πλον καί σεμνό, τόν μαθητή το γίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, τόν λιτό καί σκητικό, τόν γλυκύ καί αστηρό, τόν κριβ τηρητήν τνποστολικν καί λληνορθόδοξων παραδόσεων, τόν μπνευσμένο, τόν πρωτοποριακό καί ρηξικέλευθο ναγεννητή τς αστηρς καί γίας λειτουργικς μας παραδόσεως, τόν γενναο καί ταλαντοχο πνευματικό,  ποος συνεκίνει μέ τήν πλουστάτη παρουσία του καί νέπνεε μέ τήν πυρφόρο μορφή του.
           Εγνωμοσύνη προσφέρομε πρός τόν ποικίλοις χαρίσμασι κεκοσμημένον, τόν ςλιον λάμψαντα καί τήν γν τν Πατρν ορανώσαντα, τόν τάς ψυχάς πυρί το πνεύματος φλογίσαντα καί τάς καρδίας τ δρόσ τ ορανί δροσίσαντα, τόν νάργυρο, τόν κτήμονα πλήν μως μέγα λεήμονα, τόν πίγειον γγελο καί θερμουργό λειτουργό τν Μυστηρίων το Θεο, τόν μύστη το Λόγου, τόν φλογερό καί συμβίβαστο εροκήρυκα τς κκλησίας το Χριστο, το ποίου σύνθημα γωνιστικό το τό λόγιο το γίου ωάννου τοΧρυσοστόμου, «τόν γάρ ρχοντα παντός λαμπτρος λαμπρότερον εναι δε καί βίον χεινκηλίδωτον, στε πάντας πρός κενον ρν καί πρός τόν ατο βίον τόν οκεον χαρακτηρίζειν» (μιλία ες τήν Πρός Τιμόθ. PG 62. 547)
          Εχαριστίαν κ βάθους καρδίας κφράζομε πρός τόν ζηλωτή πρεσβύτερο, τόν δρυτή τν Κατηχητικν Σχολείων ν λλάδι, τόν παπά τς φτωχολογις, τόν προστάτη τν προσφύγων, τόν ν καιρος δυσχειμέροις πρωτοσύγκελλο καί πρωτέκδικο το μεγάλουρχιεπισκόπου θηνν Χρυσάνθου, τόν κατ’ χνος τόν Χριστό κολουθήσαντα, τόν γενναον τ ψυχ, τόν σχυρόν τ φρονήματι, τόν τ πίστει κλόνητον, τόν νεπανάληπτοερουργό τν το Θεο ερν Μυστηρίων, τόν δρυτή τς ναπλαστικς Σχολς Πατρν, τς Σχολς Βιοτεχνίας καί Χειροτεχνίας, τς Σχολς ναλφαβήτων ν Πάτραις, νηπιαγωγείου, παιδικν κατασκηνώσεων κλπ. (πρωτοποριακές κινήσεις γιά τήν ποχή του), μέγαν εεργέτη τς πόλεως καί τς κοινωνίας τν Πατρν.
          Πάντες ελαβς ποκλινόμεθα νώπιον το γνησίου λληνος ρθοδόξου Κληρικο, «ες τήν καρδίαν το ποίου σκει μεγίστην γοητείαν  λληνική Πατρίς, στε νά προσληφθ κατόπιν ατήσεώς του κατά τήν θρυλικήν ξόρμησιν το 1912-13, ς θελοντής στρατιωτικός ερεύς ες τήν στρατιάν τν Εζώνων. Καί γωνίσθη πορευόμενος μετά τνετοπόδων ατν τέκνων τς λλάδος, νερχόμενος ες δυσπροσίτους ροσειράς καί ες πολυνέκρους συγκρούσεις, τρέχων πολλάκις ες τήν πρώτην γραμμήν το πυρός, διά νά προσφέρ τάς πηρεσίας του —Θείαν Μετάληψιν, εράν ξομολόγησιν— ες τινατοιμοθάνατον εζωνον» (Μητροπολίτης πρώην δρας ερόθεος Τσαντίλης).
          Γόνυ ψυχς καί σώματος κλίνωμεν νώπιον το πεπυρωμένου θεί ρωτιγιασμένου Γέροντος, διά τόν ποον σχύουν κατά πάντα ο λόγοι το ν γίοις Πατρόςμν ωάννου το συγγραφέως τς Κλίμακος,  ποος θέλει τόν ερέα:
          α) Πατέρα,
          β) Διδάσκαλον,
          γ) ατρόν, καί
           δ) Κυβερνήτην.
          ντως  π. Γερβάσιος νεδείχθη  Πατήρ,  ποος γάπησεν περβαλλόντως τά τέκνα του καί γωνίσθη προκειμένου νά τά προστατεύσ κ τν προβατοσχήμων λύκων, τν αρετικν δηλαδή καί τς μανίας το πολεμήτορος χθρο.
          ς πατήρ χρησιμοποίησε λη τήν δύναμη τς ψυχς του ν γάπ, αστηρότητι παιδαγωγικ καί δικαιοσύν. « ερεύς βιώνει να μαρτύριο, καθ’ τι διά τς λειτουργικς προσευχς πέρ λης τς νθρωπότητος, βυθίζεται στόν κεανό τόν νθρωπίνων παθημάτων» (Γέροντας Σωφρόνιος το σσεξ, ψόμεθα τόν Θεόν καθώς στί, σελ. 253).
          πόνεσε  π. Γερβάσιος καί κλαυσε μέ τόν πόνο τν νθρώπων, τούς στήριξε στήνδυναμία καί στήν ταλαιπωρία τους, στήν νεργία, στήν νέχεια, λλά καί χάρηκε λόψυχα στήν χαρά τους. κουσε πί ρες τίς γωνίες τν νέων, ξενύχτησε προσευχόμενος γι’ ατούς. Γι’ ατό καί σήμερα τά κγονα ατο το Λαο το προσφέρουν τά ντίδωρα τς υϊκς τους γάπης.
          Τί νά επωμε περί τς διότητός του ς διδασκάλου τν πό Θεοποκεκαλυμμένων ληθειν;  τρόπος του γλυκύς, πειστικός καί  λόγος του τομώτεροςπέρ πσαν μάχαιραν, συγκλονιστικός, ποφασιστικός, παναστατικός, μετάδοση φωτός καί πυρός, φο γνώριζε πολύ καλά τι  πλέον οσιώδης νάγκη τς νθρωπίνης ψυχς εναι  γνώση το ληθινο Θεο.
          σπαζόμεθα σήμερον τά Λείψανα το σοφωτάτου πνευματικού ατρο ποοςχρησιμοποίησε τά παραίτητα πνευματικά πιθήματα κατά περίπτωση, στε καί τόν πόνο νά παλύν καί τό τραμα νά πουλών καί τήν θεραπεία νά πιφέρ.
          Καταφιλομε τά για χέρια, το στιβαρο οακοστρόφου τς ερς Νηός, τήν ποίαδήγησε ες εδίους λιμένας.
          Κλρος καί Λαός, ν νί στόματι καί μι καρδίπαναλαμβάνομε ,τι κούσθη μυριόστομο ν Πάτραις, κατά τήν ρα τς ξοδίου κολουθίας του, πρό πεντήκοντα τν,ν τ ερ καί πανσέπτ το γίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου Να: «γιος! γιος!γιος!». ς γιος τιμται στή συνείδηση Κλήρου καί Λαο.
          λήθεια δελφοί μου, ατά δέν εναι τά στοιχεα που συνθέτουν τήν ζωή νός γίου; ζέουσα πίστη δηλαδή,  θυσιαστική γάπη,  προσευχή,  βιωματική μπειρία, τόνάρετον, συνελόντ’ επεν, κατά πάντα το θους του καί τς πολιτείας του; κόμη, μαρτυρία το Λαολλά καί  θεοσημία, φο Κύριος  Θεός ηδόκησε νά φαν  τύπος το Τιμίου Σταυρο ντός κορμο δένδρου ( πρτος καί μοναδικός χειροποίητος Σταυρός πού πανορθοδόξως προσκυνεται), τό ποο φύτευσε  μακαριστός Γέροντας στόν χρο τς παιδικς ξοχς το Προφήτου λιού Πατρν;
          Περί τς γιότητος το μεγάλου πνευματικο διδασκάλου καί δηγο το Λαο τςποστολικς πόλεως τν Πατρν μαρτυρε καί  δοκιμασία, πού προσετέθη κ τς συκοφαντίας τν νθρώπων, ο ποοι πλανηθέντες πό το διαβόλου δήγησαν τόνοίδιμον π. Γερβάσιον ες δύνην τήν ποίαν ν εχαριστί πρός τόν Θεόν καί ν γαλήνψυχς διεξλθε. λλά πάντα τατα, διά νά λάμψ περισσότερον  λήθεια καί νά φωτισθτι πλέον  προσωπικότης καί τό ργον το οιδίμου εραποστολικο νδρός, καί νά δειχθ  μεγάλη γάπη καί τιμή το Λαο πρός ατόν. ξ λλου « γευθείς πνεύματος Χριστο δέν δύναται νά ποφύγ τήν συνάντησιν μετά το κεανο τν θλίψεων καί τν δυστυχιν. Οτος συμμετέχει ες τήν προσευχήν το Κυρίου, στις δωκεν ες μς τό
πόδειγμα’ (ω. ιγ’ 15)» (Γέροντας Σωφρόνιος το σσεξ, ψόμεθα τόν Θεόν καθώς στί, σελ. 367).
           π. Γερβάσιος πρξε διωκόμενος κ τς νηπιακς ατο λικίας, πρτον πό τς δυστρόπου μητρυις του. Διώκεται κόμη πό τήν πτωχεία, τήν στέρηση, τήν γυμνότητα. Διατρέχει πεζοπορν τήν πόσταση πό τήν Γορτυνία ως τήν Μονή Ταξιαρχν Αγιαλείας,που στό κε Σχολαρχεο διαπρέπει ς μαθητής, καί διά τοτο φθονεται, συκοφαντεται δεινς καί διώκεται. Δεδιωγμένος φθάνει στήν Μονή Γηροκομείου Πατρν, προστατευόμενος πό το συντοπίτου του λαμπρο εράρχου εροθέου (τοΜητροπούλου). λλά καί ατός φεύγει γιά τόν ορανό νωρίς πρός μεγίστην δύνη τονεαρο τότε Γεωργίου (τσι το τό κατά κόσμον νομά του). ταν ργότερα,ερομόναχος πλέον,  π. Γερβάσιος τοποθετεται γούμενος τς δίας Μονς, πιχειρεταιπό τν «παλαιοκαλογήρων» δολοφονική πόπειρα ναντίον του καί ναγκάζεται νά κατέλθ καί ατο το θρόνου, γιά νά φθάσ στά Προσφυγικά τν Πατρν, στόν τόπο τν διωγμένων μαρτυρικν δελφν μας πό τά Μικρασιατικά παράλια, στε νά γίν γι’ ατούς, λλά καί γιά λους τούς Πατρινούς,  λατρεμένος «Παπούλης».
          Δέν εναι τς παρούσης νά ναφέρωμε λλα στοιχεα, τά ποα συνθέτουν τήνλοφώτεινη προσωπικότητα το π. Γερβασίου καί τά ποα ν καιρ τ δέοντι θά δουν τς δημοσιότητος  τό φς.
          Θα περιορισθ μόνον σέ δύο περιστατικά, τά οποα μαρτυρον περί τς γιότητος το οιδίμου πατρός.
1. το μεσημέρι καί  Γέροντας ελόγησε τήν τράπεζα στήν κατασκήνωση.
          Τήν ρα το γεύματος,  Παπούλης πετάχθηκε ναστατωμένος καί ναφώνησε: «Μιά ψυχή χάνεται!». Χωρίς νά π σέ κανένα τίποτε λλο, φυγε βιαστικά, τσι πως το μέ τό ντερί καί τόν σκοφο του, καί μετέβη μέ τά πόδια σέ κάποιο σπίτι στήν περιοχή τν Μποζαϊτίκων, που διέμενε νάπηρη κοπέλα.
          ταν εσλθε, βρέθηκε μπροστά σέ σκηνή συγκλονιστική.  σθενής πιχειροσε νά κόψ τίς φλέβες τν χεριν της, προκειμένου νά θέσ τέρμα στή ζωή της. Τς λέγει  π. Γερβάσιος: «Τί σο κανα παιδάκι μου καί μέ φερες, γέρο νθρωπο, μέσα στό μεσημέριδ κάτω; χεις τό φωτοστέφανο στό κεφάλι σου καί πς νά τά χάσς λα;»
           Τότε κατενόησε  σθενής τό λάθος της καί μέ δάκρυα στά μάτια ζήτησε συγγνώμηπό τόν Θεό καί πό τόν Γέροντα. πέστρεψε χαρούμενος στήν κατασκήνωση καί επε: «Δόξα τ Θε! Μιά ψυχή σώθηκε!».
   2. ταν παραμονή τς Μεταμορφώσεως το Σωτρος, ρχές τς δεκαετίας το ’70. Στήν κατασκήνωση τν κοριτσιν στά Συχαινά ρχηγός ταν  είμνηστη Ακατερίνηνδρικοπούλου. Παρά τίς προσπάθειες τν πευθύνων, δέν βρισκόταν ερέας νά λειτουργήσ γιά τά παιδιά τήν πόμενη μέρα, πού ταν μεγάλη ορτή. Οτε γιά πρόσφοροφρόντισαν. ξάλλου, τί νά τό καναν; Στενοχωρημένες πεσαν γιά πνο, φοπροσκύνησαν γεμάτες παράπονο τόν τάφο το Γέροντα. Τό πρωί τούς ξύπνησε  κτύπος τς καμπάνας το Ναο τς γίας Παρασκευς. Πετάχτηκαν ξαφνιασμένες. Ποιός χτυπτήν καμπάνα; σπευσαν στήν κκλησία, που κπληκτες βλέπουν τόν νάρετο είμνηστοερέα, π. Νικόλαο Κογιώνη, νά στέκεται κε καί νά περιμέν. «Πάτερ ποιός σς επε νάλθετε σήμερα νά λειτουργήσετε, λλά καί ποιός σς νοιξε τήν κλειδωμένη πόρτα τς Κατασκήνωσης;» « Παπούλης,  π. Γερβάσιος, μφανίστηκε σέ μένα καί μέ κάλεσε νά λειτουργήσω γιά τά παιδιά του.  διος μου νοιξε τήν πόρτα», ποκρίθηκε  π. Νικόλαος. «Πάτερ, δέν χουμε πρόσφορο», επαν τό διο πορημένες. «Θά φροντίσ καί γι’ ατό Παπούλης», επε καί πάλι  ελαβέστατος ερεύς. Καί πράγματι. Μιά γυναίκα κατηφορίζειπό τήν πύλη πρός τήν κκλησία, κρατντας σέ καθαρή πετσέτα τό πρόσφορό της. «Κυρία μου, πο μαθες τι χουμε κκλησιασμό καί πς ρθες τόσο πρωί;», τήν ρώτησαν. «Ξεκίνησα νά πάω τό πρόσφορό μου, πρωί-πρωί στόν γιο Νικόλαο τν Συχαινν γιά νά προλάβω τήν Προσκομιδή. λλά στόν δρόμο νας γέροντας παπάς μέ σταμάτησε καί μοεπε: “Κόρη μου, πο πς; Στόν γιο Νικόλαο χει  παπάς πρόσφορα. Νά τό πς στήν Κατασκήνωση, γιά νά λειτουργήσουν”, μο επε καί ξαφανίστηκε. τσι λθα». «Ποιόςταν  παπάς;»  πάντηση εναι φανερή.
          πιτελομε σήμερον κόμη χρέος ερό καί πρός τόν μακαριστό Μητροπολίτηδρας ερόθεο τόν Πατρέα, πνευματικό τέκνο καί νάστημα το π. Γερβασίου,  ποος πρό τς σιακς κοιμήσεώς του, πολλάκις παρεκάλεσε τήν λαχιστότητά μας διά τήννακομιδή τν λειψάνων «το οιδίμου καί ν γίοις ναπαυομένου», ς λεγε χαρακτηριστικά, π. Γερβασίου.
           Μάλιστα, μέχρι θαυμαστς λεπτομερείας, δωσε δηγίας περί το πρακτέου, μα τσυμπληρώσει πεντήκοντα τν πό τς πρός Κύριον κδημίας το Γέροντος καί Διδασκάλου τν Πατρν.
Δέος συνέχει τήν καρδία μου, ταν ναμιμνήσκωμαι τν λόγων το μακαριστο καί λαμπρο, το πολυεδρικο δάμαντος, Μητροπολίτου δρας εροθέου,  ποος τήν τελευταίαν φορά τς συναντήσεώς μας, μο επε χαρακτηριστικά: «Εναι πιθυμία το νγίοις πατρός μν Γερβασίου νά γίν  νακομιδή τν Λειψάνων του, πό συντοπίτου τουρχιερέως».
          Εμαι δέ ξόχως συγκλονισμένος, διότι κατά τρόπον παράδοξο, ο ργασθέντες κατά τήν προεργασία διά τά τς νακομιδς τεχνίτες, κόμη καί  βοηθός των, λκουν τήν καταγωγήν των ξ ρκαδίας, π’ που καί  μακαριστός π. Γερβάσιος.
          κόμη χρέος πιτελομε ναντι το μακαρία τ λήξει γενομένου, εράρχου Μαντινείας καί Κυνουρίας Θεοκλήτου, του χειροτονήσαντος μς Διάκονον καί Πρεσβύτερον, στις μέ συμμαρτυρίαν το π. Γερβασίου εσλθεν ες τάς τάξεις το εροΚλήρου, καί  ποος χων πί το Γραφείου του τήν φωτογραφία το μακαρίου Γερβασίου καί τήν εκόνα το θαυμαστς ντός το κορμο το πεύκου φανέντος τύπου  το Τιμίου Σταυροπεδείκνυε δόν ρίστη, κείνη τήν ποίαν βάδισε  το Θεο θεράπων κλεινός Γερβάσιος.
          Πρό πάντων δέ καθκον φειλόμενο πρός τόν Πατραϊκό Λαό, καί μάλιστα πρός τά πνευματικά τέκνα του Γέροντος, τν ποίων πόθος διακαής καιε τά σώτατά τς καρδίας των, πως πραγματοποιηθ  νακομιδή τν Λειψάνων το πολυσεβάστου καί ς γίου π’ ατν τιμωμένου διδασκάλου των, καί ξιωθον νά σπασθον τά ερά στέα του, τά ποαγιάσθησαν κ τν ποικίλων πνευματικν καί σωματικν γώνων του πέρ τς δόξης τοΘεο καί τς σωτηρίας τν νθρώπων.
          οίδιμε Γέροντα, τήν μέρα τς ξόδου σου κ το ματαίου τούτου κόσμου, τά πνευματικά σου τέκνα «πιπτον προσκυνητς πρό το σκηνώματός σου, χοντοςστολισμένον τό πρόσωπον διά τήν τελικήν πορείαν. σπάζοντο χερας καί πόδας, κλαίοντες καί ζητοντες τήν πολυπόθητον εχήν σου» (Μητροπ. δρας ερόθεος).
          Σήμερον πλθος τν κγόνων σου, Κλρος καί Λαός, προσπίπτουσι καί πάλιν προσκυνητς πρό τν ερν Λειψάνων σου, καί ραίνουν μέ δάκρυα καί μύρα καί ρόδα τάγιασμένα στέα σου, καί λιτανεύοντες ατά πί τν μων ς θησαυρόν πολύτιμο καίειλαμπν χαρ καί γαλλιάσει κετεύουσί σε:
          «ς παρρησίαν χων πρός Θεόν, κέτευε Χριστόν τόν γαθόν, καί τας σας θερμας πρεσβείαις τν κινδύνων καί περιστάσεων φύλαττε, ερώτατε πατήρ μν Γερβάσιε.
          Δεήθητι πέρ το πισκόπου τς πόλεως ταύτης, το ερο Κλήρου, το φιλοθέου καί φιλαγίου Λαοπέρ τν ρνίων σου τν γαπημένων, ς χαρακτηριστικάποκαλοσες τά παιδιά καί τούς νέους».
          μες πάντες τόν Θεόν δοξάζοντες τόν σέ δοξάσαντα, χρεωστικς μνους κ καρδίας πλέκομεν καί προσφέρομέν σοι, τ οιδίμ καί γεραρ, διδασκάλ καί πατρί:
          «Χαίροις ρκαδίας θεος βλαστός, χαίροις κκλησίας ερώτατος θησαυρός, χαίροις τν Πατρέων διδάσκαλος  θεος, Γερβάσιε θεόφρον σκέπε τά τέκνα σου».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου