Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

14 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1803, ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑ «Δημήτριε... Δημήτριε..., τώρα πού θά πᾶς στόν Οὐρανό νά προσεύχεσαι γιά μᾶς...»



14 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1803, ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑ
«Δημήτριε... Δημήτριε..., τώρα πού θά πᾶς στόν Οὐρανό
νά προσεύχεσαι γιά μᾶς...»

Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν
                                                                            κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
           


Τρίτη τῆς Ἐβδομάδος τοῦ Θωμᾶ, τό 1803 στήν Τριπολιτσά. Ὅλα σκοτεινά καί μαῦρα. Οἱ δύστυχοι ραγιάδες εἶναι κλεισμένοι στά σπίτια τους γιά τόν φόβο τῶν Ἀγαρηνῶν, οἱ ὁποῖοι αὐτές τίς ἡμέρες ἔχουν ἐξαγριωθεῖ. Ὅμως, ἐνῷ ὅλα ἦταν ἔρημα καί ἡ ἀγορά στό κέντρο τῆς τουρκοκρατούμενης πόλης δείχνει νεκρή, ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων ξεχύνεται στούς δρόμους, κρατῶντας κεριά καί λιβανιστήρια. Ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιά, χωρίς νά φοβοῦνται, μέ τά πρόσωπα πλημμυρισμένα ἀπό τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως, πού γιόρτασαν πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες, βιάζονται νά βρεθοῦν στήν σιταραγορά τῆς πόλης.

Τί γίνεται ἆρα γε;  Πῶς ὁ φόβος μεταβλήθηκε σέ λευτεριᾶς καί ἀναστάσεως πανηγύρι; Ἕνα παλληκάρι, εἶναι δέν εἶναι 24 ἐτῶν, τό πᾶνε οἱ Τοῦρκοι νά τό σφάξουν. Τίς τελευταῖες ἡμέρες διαδόθηκε ἀπό στόμα σέ στόμα. Τό εἶπε ὁ Παπαντώνης, ὁ παπάς τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, στόν Δεσπότη, στά πνευματικά του παιδιά, τό ἔμαθε ὅλη ἡ Τριπολιτσά. Ὁ Δημήτρης ἀπό τήν Λιγούδιστα, ἐκεῖνο τό παιδί πού πρίν λίγα χρόνια δούλευε στό γνωστό τουρκομάγαζο μπαρμπέρης, ἐκεῖνο τό παλληκάρι πού τούρκεψε, ὁ Μεχμέτ (ἔτσι τόν φώναζαν οἱ Τοῦρκοι), ἐκεῖνο τό παιδί πού εἶχε χαθεῖ τά τελευταῖα χρόνια, ξαναγύρισε.

Μετανόησε, παρουσιάσθηκε μπροστά στούς ἀγάδες καί βροντοφώναξε ὅτι εἶναι Ἕλληνας Χριστιανός Ὀρθόδοξος καί θέλει νά μαρτυρήσῃ γιά τοῦ Χριστοῦ τήν ἀγάπη.

Καί νά, σέ λίγο ἀκούονται φωνές καί ἀντάρα μεγάλη γίνεται. Νάτος ὁ Δημήτρης, μέ δεμένα τά χέρια. Τόν σπρώχνουν, τόν κτυπᾶνε, τόν βρίζουν, τόν φτύνουν, τόν πᾶνε νά τοῦ κόψουν τό κεφάλι. Ἡ διαταγή εἶναι «τσεκούρι στόν ἄπιστο».


Σάν ἄγγελος τό παλληκάρι, μέ γλυκύ καί χαρούμενο τό  βλέμμα, μέ φωτισμένο τό πρόσωπο ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, λουσμένος στά δάκρυα τῆς μετανοίας, κοιτάζοντας μέ χαρά τόν κόσμο πού εἶχε κατακλύσει τά σοκάκια, βαδίζει γιά τήν μεγάλη νίκη.


Δέν πατάει στή γῆ. Ἔχει ἤδη εἰσέλθει στόν οὐρανό, ὅπου ἦχος καθαρός ἑορταζόντων καί βοώντων ἀπαύστως τό, «Κύριε Δόξα Σοι».

Βλέπει μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς του, ἐνῷ πορεύεται στό μαρτύριο, τή μάνα του. Ἔφυγε νέα ἀπό τόν κόσμο αὐτό. Τόν ἄφησε μικρό μέ τόν ἀδελφό του, στήν Λιγούδιστα (σημερινή Χώρα) τῆς Τριφυλίας. «Παιδάκια μου, νά μήν ξεχάσετε τήν πίστη σας στόν Θεό καί τήν ἀγάπη στήν πατρίδα μας», ἦταν τά τελευταῖα της λόγια.  Τώρα χαίρεται ἀπό ψηλά. Εἶχε δεῖ τήν πορεία τοῦ Δημήτρη καί ἡ ψυχούλα της θλιβόταν. Ἔβλεπε τά βάσανα τῶν παιδιῶν της ἀπό τήν μητριά τους, τόν δρόμο τῆς ξενητειᾶς πού πῆρε ὁ Δημήτρης γιά τήν φημισμένη πόλη, τήν Τριπολιτσά. Ράγισε ἡ καρδιά της ὅταν τό παιδί της τούρκεψε καί γυρνοῦσε στήν πόλη φωνάζοντας: «Εἶμαι ὁ Μεχμέτ, δέν εἶμαι ὁ Δημήτρης!». 

Χαιρόταν τώρα ἡ ψυχή της, γιατί ἔφτασε ἡ ὥρα πού ὁ Δημήτρης τελειώνει τήν ὡραία πορεία πού ἄρχισε, ὅταν ἔφυγε μετανοιωμένος ἀπό τήν Τρίπολη καί ἔφτασε στήν Σμύρνη καί τίς Κυδωνιές τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅπου νύκτα καί ἡμέρα ἔκλαιε γιά τό ἁμάρτημά του. Τελειώνει τώρα ὁ δρόμος πού πέρασε ἀπό τήν Χίο, ἀπό τό ταπεινό κελλί τοῦ Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Νοταρᾶ, ὅπου στάθηκε γονατιστός ὁ Δημήτριος κλαίοντας γιά τό ὀλίσθημά του. Ἄκουσε ἡ μάνα ἀπό τόν οὐρανό τήν κραυγή τοῦ παιδιοῦ της: «Θεέ μου συχώρα με... Θέλω νά δώσω τό αἷμα μου γιά σένα...». Ἄκουσε καί τήν πατρική φωνή τοῦ Ἁγίου Μακαρίου: «Πάψε παιδί μου, συχωρέθηκες... Μή παιδί μου, μή χτυπᾶς τό κεφάλι σου στόν τοῖχο... Παιδί μου, δέν βλέπεις πού τ’ αὐτιά σου καί ἡ μύτη σου βγάζουν αἵματα; Μή παιδί μου, ἀλήθεια σοῦ λέγω, συχωρέθηκες ἀπό τόν Θεό...». Ὁ Δημήτριος ὅμως συνέχισε: «Γέροντα θέλω τήν εὐχή σου νά πάω στήν Τρίπολη καί ὅ,τι εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ ἄς γίνῃ». Καί ὁ Ἅγιος τοῦ ἀπάντησε: «Πορεύου εἰς εἰρήνην Δημήτριε...».

Ἡ μάνα παρακολουθεῖ ἀπό τόν οὐρανό... προσεύχεται. Τόν βλέπει... φτάνει στό Ἄργος, ξενυχτάει κλαίοντας, ἀνεβαίνει στό βουνό γιά νά περάσῃ στήν ἄλλη μεριά, στήν Ἀρκαδία. Καθώς ἀνεβαίνει στήν κορυφή —τί χαρά γιά τήν ψυχή τοῦ παλληκαριοῦ— βλέπει μπροστά του ἕνα μοναστήρι. «Θεέ μου σέ εὐχαριστῶ, νά ξαποστάσω λίγο, νά πιῶ ἕνα ποτήρι νερό». Οἱ Καλόγεροι τόν καλοδέχονται. «Ἔλα παλληκάρι, κάτσε νά προσευχηθῆς, νά ξαποστάσῃς». Ἐκεῖνος εἶναι ἀλλοῦ, δέν πατάει στήν γῆ. Γονατίζει μπροστά στό ἅγιο εἰκόνισμα τῆς Παναγίας. Ἡ Γοργοεπήκοος τῶν Τσηπιανῶν τόν ἀγκαλιάζει μέ τό γλυκύ της βλέμμα. Τοῦ μιλάει, τόν παρηγορεῖ, τόν ἐμψυχώνει: «Προχώρα Δημήτριε, μή φοβᾶσαι. Σέ λίγο θά χαίρεσαι μέ τούς Ἀγγέλους καί τούς Ἁγίους στόν Οὐρανό...».  

Τώρα κατηφορίζει, ἔχει φτερά στά πόδια, φτάνει μπροστά ἀπό τήν πόλη. Ξέρει τόν τόπο. Τόσα χρόνια ἔζησε ἐδῶ. Κοντά εἶναι τό Μερκοβούνι, σέ λίγο θά μπῇ στήν Τριπολιτσά. Ξεκουράζεται κάτω ἀπό ἕνα δένδρο γιά νά πάρῃ δύναμη. (Σήμερα ἐκεῖ ὑψώνεται ὁ περικαλλής Ναός τοῦ χωριοῦ, ἀφιερωμένος στήν μνήμη του). Ἡ μάνα παρακολουθεῖ ἀπό τόν οὐρανό. Τό παιδί ἔφτασε στόν Ἅγιο Νικόλαο, τό Ἐκκλησάκι ἔξω ἀπό τούς Στρατῶνες. Ὁ ἱερομόναχος πού ζεῖ δίπλα, στό κελλί, εἰδοποιεῖ τήν Μητρόπολη καί σέ λίγο φτάνει ὁ Πρωτοπαπᾶς. «Ὁ Παπαντώνης, παιδί μου, εἶναι τό δεξί χέρι τοῦ Δεσπότη. Ἦλθε νά κουβεντιάσετε». Ὁ Δημήτρης λέγει μέ ἀποφασιστικότητα στόν Ἀρχιερατικό Ἐπίτροπο: «Ἄφησέ με πατέρα μου καί μή μέ ἐμποδίσῃς. Εἶναι θέλημα Θεοῦ νά δώσω τό αἷμα μου γιά τόν Χριστό καί τήν Ἑλλάδα...».

......

Ὅλα αὐτά τήν ὥρα ἐκείνη, σάν ἀστραπή περνᾶνε ἀπό τοῦ παλληκαριοῦ τόν νοῦ καί τήν καρδιά. Ἀλλά οἱ φωνές τοῦ πλήθους τόν ἐπαναφέρουν ἀπό τήν ἔκσταση. Ἀκούει τό ὄνομά του. Ὅλος ὁ κόσμος, μικροί – μεγάλοι, φωνάζουν κρατῶντας κεριά, τόν λιβανίζουν, μπαίνουν μπροστά στούς μανιασμένους Τούρκους, γιά νά τόν ἀκουμπήσουν. «Δημήτρη... Δημήτρη..., τώρα πού θά πᾶς στόν οὐρανό, νά προσεύχεσαι γιά μᾶς... Νά μᾶς λευτερώσῃ ὁ Θεός...». Δάκρυσε τό παλληκάρι.

Ἔφτασαν στόν τόπο τῆς θυσίας... Γονάτισε ὁ νέος ἀπό τήν Λιγούδιστα. Ἡ μάνα ἀπό τόν οὐρανό μαζί μέ πλῆθος Ἀγγέλων χαίρεται.

Σήκωσε τό παιδί τά μάτια ψηλά. Φώναξε προσευχητικά. Τόν ἄκουσε ὁ κόσμος ὅλος καί συγκλονίστηκε. «Θεέ μου, τούτη τήν πόλη νά τήν φυλᾶς ἀπό σεισμό καί ἀπό φωτιά...». Τρεῖς φορές χτύπησε ὁ Ἀγαρηνός μέ τό σπαθί, καί τό ἅγιο κεφάλι τοῦ Μάρτυρα κύλησε στήν γῆ. 


{Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀνδρούσης Ἰωσήφ (κατά κόσμον Ιωάννης Νικολάου Καρώνης μέ καταγωγή ἀπό τά Τσηπιανά, σημερινή Νεστάνη), ὁποῖος ἦτο Διάκονος ὅταν μαρτύρησε Νεομάρτυς Δημήτριος. Ὁ Ἰωσήφ παρηκολούθησε ἀπό κοντά τό μαρτύριο τοῦ Δημητρίου καί ἔγραψε ἀμέσως μετά τό μαρτύριο τήν ἀσματική ἀκολουθία τοῦ κλεινοῦ Νεομάρτυρος}.


Καί ἐνῷ τό αἷμα τρέχει καυτό, νά ἕνας Διάκος νέος, ἀσκητικός, ξερακιανός, ὁ Διάκος τοῦ Δεσπότη Νικηφόρου, τρέχει καί πλησιάζει. Ὁ Τοῦρκος τόν σπρώχνει. Ἀλλά τά καταφέρνει, εἶναι ἀπό σκληρή γενηά. Εἶναι ὁ Ἰωσήφ γνωστός καί ὡς δάσκαλος στήν γειτονιά τῶν Ταξιαρχῶν (ἀργότερα ἔγινε Δεσπότης τῆς Ἀνδρούσης στήν Μεσσηνία καί πρῶτος Ὑπουργός τῆς Θρησκείας καί τῆς Παιδείας τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ πέρασε πρῶτα ἀπό τό φρικτό μαρτύριο τῆς εἰρκτῆς τῆς Τριπολιτσᾶς καί κατάφερε νά ζήσῃ). Βρέχει τό μαντήλι του στό αἷμα τοῦ Μάρτυρα. Εἶναι ἄρρωστο τό παιδί τοῦ ἀδελφοῦ του, ἑτοιμοθάνατο. Τό ’ξερε ὁ Διάκος, δέν ἔκανε λάθος. Σέ λίγο τό παιδί περπάτησε στούς δρόμους τῆς Τριπολιτσᾶς. Τό πρῶτο θαῦμα διά πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου, εἶναι πραγματικότης.



Τό κεφάλι τό πέταξαν οἱ Τοῦρκοι σέ ἕνα πηγάδι μέ βρωμιές. Τό σῶμα μετά τρεῖς ἡμέρες τό πέταξαν ἔξω ἀπό τήν πόλη. Γνωστό σέ ὅλους, ὅτι λίγα γρόσια εἶναι ἀρκετά γιά νά πουλήσουν οἱ ἄπιστοι τούς θησαυρούς. Ὁ Παπαντώνης πῆρε τό κεφάλι καί τό ἔθαψε μέσα στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Δημητρίου πίσω ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα. Οἱ Μοναχοί τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῶν Βαρσῶν, πῆραν τό σῶμα καί τό ἐνταφίασαν μέ τιμές μάρτυρα στό Μοναστήρι.



Στόν τόπο τοῦ Μαρτυρίου του ὑψώθηκε Ναός στήν μνήμη του, μέ χορηγία τῆς εὐσεβοῦς Δήμητρας Παπαλεξανδρῆ, ἀπ’ ὅπου περνῶντας οἱ Τριπολιτσιῶτες προσκυνοῦν τήν εἰκόνα του καί παρακαλοῦν τόν Ἅγιο νά πρεσβεύῃ γιά τόν καθένα καί τήν πόλη τους.




Στόν Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως εἶναι θησαυρισμένη ἡ πανσεβάσμια Κάρα τοῦ Μάρτυρος καί στό Μοναστήρι τῶν Βαρσῶν τά ὑπόλοιπα μυρίπνοα καί σεπτά Λείψανά του.

Πόσες φορές οἱ Καλόγεροι, ὁ κόσμος, σέ ὧρες Θείας Λειτουργίας ἄκουσαν τά δαιμόνια νά κραυγάζουν μέσα ἀπό στόματα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, διά πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου βρῆκαν τήν ὑγειά τους: «Μέ ἔκαψε ὁ κοψοκέφαλος... μέ ἔκαψε ὁ κοψοκέφαλος».

Οἱ συγχωριανοί του, στήν Λιγούδιστα, κτίσανε Ναό στήν μνήμη του. Ὅταν ἐπισκέπτωνται τό Μοναστήρι, τά Λείψανά  του εὐωδιάζουν. Χαίρεται ὁ Ἅγιος γιά τά ἀδέλφια του.

Πήγαμε μέ τόν Ἅγιο στό χωριό του, μετά ἀπό παράκληση τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Τριφυλίας καί Ὀλυμπίας κυροῦ Στεφάνου καί τῶν συγχωριανῶν τοῦ Ἁγίου, τό ἔτος 1990. Ἀπό τήν ὥρα πού φύγαμε ἀπό τό Μοναστήρι μέχρι πού πήραμε τά Λείψανα γιά νά ἐπιστρέψουμε, εὐωδία πρωτόγνωρη πλημμύρισε τήν ἀτμόσφαιρα.

Καί δεύτερη φορά, ὅταν πλῆθος Ἀρκάδων μέ ἐπικεφαλῆς τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μαντινείας καί Κυνουρίας κ. Ἀλέξανδρο πήγαμε στή Λιγούδιστα γιά τίς ἑορτές τοῦ Ἁγίου, ὁ Ἅγιος ἔδειξε μέ τόν ἴδιο τρόπο τήν χαρά του. Καί στήν Λιγούδιστα καί στοῦ Φλόκα ἀπ’ ὅπου καταγόταν ὁ πατέρας του, ὅπου ἐπίσης τοῦ ἔχουν ἀφιερώσει τόν ἐνοριακό Ναό, ἡ ἴδια χαρά, τό ἴδιο θαῦμα.

14 Ἀπριλίου 2013. Ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ ἀγάλλονται γιά τήν χαρά τοῦ Δημητρίου. Πανηγυριστής ἐκεῖνος στήν μεγάλη γιορτή, μᾶς ὁδηγεῖ ἐνώπιον τοῦ Οὐρανίου Ἑστιάτορος, γιά νά γίνωμε ὅμαιμοι καί σύσσωμοι Αὐτοῦ. Πλησιάζομε τήν λάρνακα, πού περιέχει τόν ἀτίμητο θησαυρό καί ψάλλομε μαζί μέ τόν Ἰωσήφ Ἀνδρούσης, πού ἔγραψε ἀμέσως μετά τό μαρτύριο τήν Ἀσματική Ἀκολουθία τοῦ Μάρτυρος:

«Τῆς Λιγουδίστης τόν γόνον καί τῆς Χίου ἀνάστημα καί τό περιώνυμον ὄντως τῆς Τριπόλεως καύχημα, Δημήτριον τόν νέον οἱ πιστοί, γεραίροντες ὡς Μάρτυρα Χριστοῦ, ἀνυμνήσωμεν βοῶντες τῷ ἐν ἁγίοις θαυμαστῷ Θεῷ ἡμῶν. Δόξα τῷ ἐνισχύσαντι αὐτόν, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι δι’ αὐτοῦ πᾶσιν  ἰάματα...»

Στήν Πάτρα θά τόν γιορτάσωμε στήν Παντάνασσα τήν Κυριακή 14/4/2013 μαζί μέ τόν Ἀρκάδα Ἐθνοϊερομάρτυρα Γρηγόριο τόν Ε’.

Ὅμως θά ἔχωμε τήν μεγάλη εὐλογία ἀπό τόν Θεό νά ὑποδεχθοῦμε τά Λείψανά του, μαζί μέ ἐκεῖνα τοῦ Νεομάρτυρος Παύλου τοῦ ἐξ Ἀροανίας ( ὁ ὁποῖος ἐπίσης ἐμαρτύρησε στήν Τρίπολη στίς 22 Μαΐου 1818), στήν πόλη μας τήν Πάτρα, στίς 11 Μαΐου, Σάββατο τῆς Διακαινησίμου (ὥρα 6.30 στήν Πλατεία Νόρμαν), γιά νά γιορτάσωμε τήν μνήμη τους στόν Ἅγιο Διονύσιο, ὅπου ἀπό τό 1861 εὑρίσκεται ἡ εἰκόνα τῶν δύο ἀριστέων τῆς Πελοποννήσου, λαμπρῶν Νεομαρτύρων Δημητρίου καί Παύλου. Θά τά συνοδεύσῃ ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαντινείας καί Κυνουρίας κ. Ἀλέξανδρος, ὁ Ἡγούμενος καί οἱ μοναχοί τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βαρσῶν καί ἄλλοι Κληρικοί καί ἀδελφοί ἀπό τήν Τρίπολη.



(Τά Λείψανα τοῦ Ἁγίου, ἐνῶ ἐπιστρέφουν στήν Ἱερά Μονή Βαρσῶν, μετά ἀπό τόν ἑορτασμό τῶν Νεομαρτύρων στήν Τρίπολη, 23 Μαΐου 1990).


Παράδειγμα γιά μίμηση ὁ βίος τοῦ Δημητρίου. Ἀξίζει τόν κόπο νά μάθουν τά παιδιά μας γιά τήν ζωή καί τό μαρτύριό του καί νά ἀκούσουν ἀπό τό στόμα τοῦ Ἰωσήφ, τόν ὕμνο γιά τήν σταθερότητα τῆς πίστεως τῶν μαρτύρων:

«Τί οὐκ ἐποίουν οἱ θῆρες, τί δέ οὐκ ἔλεγον θωπεύοντές σε μάρτυς τοῦ Χριστοῦ ἀποστῆσαι. Τῆς πίστεως τῆς θείας, σύ δ’ ἀηδών, ὦ Δημήτριε, ἔλεγες. Τόν Ἰησοῦν μου κηρύττω καί Λυτρωτήν καί Θεόν καί Παντοκράτορα».  




(Δύο νέοι, συντοπίτες τοῦ Ἁγίου, βαστάζουν τήν Ἁγία Κάρα τοῦ Νεομάρτυρος Δημητρίου. Σπουδαστές τότε τῆς Παιδαγωγικῆς Ἀκαδημίας Τριπόλεως. Δεξιά  ὁ Νικόλαος Γλιάτας, εὑρίσκεται  ἤδη στόν Οὐρανό καί ἀριστερά ὁ Φίλιππος Μπογιατζής πού ὑπηρετεῖ σήμερα ὡς Δάσκαλος στή Μεσσηνία).

(Ἀπό τήν λαμπρά ἑορτή τῶν Ἁγίων Nεομαρτύρων Δημητρίου καί Παύλου στήν Τρίπολη. 22 Μαΐου 2011)

 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου